Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Όπερα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Όπερα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 16 Αυγούστου 2009

Όπερα γραμμένη μέσω Twitter θα ανεβάσει η Βασιλική Όπερα του Λονδίνου

«Η πρώτη online όπερα»

Βασιλική Όπερα του Λονδίνου  
Η Βασιλική Όπερα του Λονδίνου καλεί στους χρήστες του Twitter να γίνουν, συλλογικά, συγγραφείς του λιμπρέτου μίας όπερας, την οποία θα παρουσιάσει όταν ετοιμαστεί.

Το γνωστό μικρομπλόγκ Twitter λειτουργεί με σύντομες αναρτήσεις που συνήθως δεν υπερβαίνουν τους 140 χαρακτήρες. Έτσι, ο κάθε χρήστης συνήθως συνεισφέρει «αναρτώντας» έναν στίχο.

Στο συνολικό έργο, θα κληθούν επαγγελματίες για τη μουσική, όπως και για τη σκηνοθεσία του, εξηγεί το Reuters.

Οι κριτικοί τέχνης είδαν με φιλύποπτο μάτι την κίνηση της Βασιλικής Όπερας του Λονδίνου.

Κάποιοι έκαναν λόγο για αναζήτηση εύκολης δημοσιότητας λίγο πριν από την έναρξη της θεατρικής σεζόν, την ώρα μάλιστα που ο  αριθμός των θεατών ακολουθεί την κατιούσα τα τελευταία χρόνια.

Αλλοι πάλι επεσήμαναν ότι δεν πρόκειται για την πρώτη απόπειρα συλλογικής παραγωγής έργων μέσω Διαδικτύου, και ότι το εγχείρημα κατά πάσα πιθανότητα θα έχει την ίδια (αμφίβολη) επιτυχία των «συλλογικών μυθιστορημάτων».

Παρ' όλα αυτά η «συλλογική όπερα» προχωρά. Μέχρι τη στιγμή που γράφονταν αυτές οι γραμμές ήταν έτοιμη η πρώτη σκηνή της πρώτης πράξης και σε αυτή είχαν συνεισφέρει 350 χρήστες.

Στο τέλος της πρώτης πράξης, ο ήρωας έχει απαχθεί από ένα σμήνος πουλιών και βρίσκεται παγιδευμένος σε έναν πύργο. Κάπου στην ιστορία έχει κάνει την εμφάνισή της και μία ομιλούσα γάτα.

Για περισσότερα, ή για συμμετοχή στο εγχείρημα, κάντε κλικ εδώ.

via

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2009

Ο Βέρντι «σώζει» ζωές

Η όπερα κάνει καλό στην υγεία μας


Η «Τραβιάτα» έχει και ιαματικές ιδιότητες

Η ακρόαση του κατάλληλου είδους μουσικής μπορεί να έχει θεραπευτικά αποτελέσματα, αφού σύμφωνα με μια νέα επιστημονική έρευνα, οι όπερες -ειδικά του Βέρντι- κάνουν καλό στην καρδιά, χαμηλώνουν την πίεση του αίματος και βοηθούν στην αποκατάσταση ασθενών με εγκεφαλικά και εμφράγματα.

Η μουσική ήδη αξιοποιείται σε αρκετά νοσοκομεία, καθώς αποτελεί μια εύκολη και φθηνή μέθοδο, που βοηθά τόσο το σώμα όσο και την ψυχική διάθεση των ασθενών, αλλά η νέα έρευνα, σύμφωνα με το BBC, έκανε ένα βήμα παραπέρα και διαπίστωσε ότι ορισμένα συγκεκριμένα είδη μουσικής έχουν ευεργετική επίδραση σε συγκεκριμένες ασθένειες.

Η έρευνα έγινε από ερευνητές του πανεπιστημίου της Παβίας, υπό τον δρα Λουτσιάνο Μπερνάρντι, και δημοσιεύτηκε στο ιατρικό περιοδικό Circulation της Αμερικανικής Καρδιολογικής Εταιρίας. Οι εθελοντές της νέας έρευνας, φορώντας ακουστικά και όντας συνδεμένοι σε διάφορα όργανα μέτρησης, άκουσαν διάφορα κομμάτια κλασικής μουσικής (από την «Ενάτη Συμφωνία» του Μπετόβεν, από τις όπερες «Τουραντό», «Ναμπούκο» και «Τραβιάτα», μια καντάτα του Μπαχ κ.ά.).

Επιβεβαιώθηκε ότι η μουσική που έχει γρήγορο ρυθμό, αυξάνει τον ρυθμό της αναπνοής, τους κτύπους της καρδιάς και την πίεση του αίματος, ενώ η μουσική με πιο αργό ρυθμό έχει τις αντίστροφες επιδράσεις. Όπως παρατηρήθηκε, κάθε μουσικό κρεσέντο, δηλαδή η σταδιακή ενίσχυση της έντασης της μουσικής, διέγειρε το σώμα των εθελοντών και οδηγούσε σε σμίκρυνση των αιμοφόρων αγγείων, αύξηση της πίεσης του αίματος και των κτύπων της καρδιάς, καθώς και πιο γρήγορη αναπνοή.

Όταν, αντίθετα, έπεφτε η ένταση της μουσικής, τα αγγεία διευρύνονταν, το σώμα χαλάρωνε, η καρδιά χτυπούσε πιο αργά και η αναπνοή γινόταν πιο αργή.
Οι ερευνητές δοκίμασαν διάφορους συνδυασμούς μουσικών κομματιών και σιωπής στους εθελοντές και βρήκαν τελικά κομμάτια, κυρίως από όπερες, όπου εναλλάσσονται ο γρήγορος και ο αργός ρυθμός, και τα οποία φαίνεται να είναι τα καλύτερα, όσον αφορά στις θετικές επιδράσεις στην καρδιά και το κυκλοφορικό σύστημα. Ειδικά, οι άριες του Βέρντι, που συχνά χρησιμοποιούν μουσικές «φράσεις» διάρκειας δέκα δευτερολέπτων, φαίνεται να συγχρονίζονται τέλεια με το φυσικό καρδιαγγειακό ρυθμό του σώματος.

Εκπρόσωπος της βρετανικής φιλανθρωπικής οργάνωσης Music in Hospitals, η οποία εδώ και χρόνια παρέχει ζωντανή μουσική σε νοσοκομεία, άσυλα και γηροκομεία, δήλωσε:

«Η δύναμη της μουσικής είναι απίστευτη. Έχουμε δει τεράστια οφέλη σε ανθρώπους που είχαν εγκεφαλικά επεισόδια ή εμφράγματα. Η μουσική έχει ολιστική επίδραση. Υπάρχουν ασθενείς από εγκεφαλικά, που ήσαν παράλυτοι και ξαφνικά μπορούν πάλι να κινηθούν σε συγχρονισμό με την μουσική που ακούνε».

Τόνισε, πάντως, ότι οι μουσικές προτιμήσεις των ατόμων διαφέρουν σημαντικά, γι' αυτό είναι σημαντικό οι ασθενείς να ακούνε κομμάτια που μπορούν να εκτιμήσουν.

via

Σάββατο 20 Ιουνίου 2009

Μαρία Κάλλας, η γυναίκα μύθος και η αγωνία του σκηνοθέτη

Η νέα κινηματογραφική μεταφορά της ζωής της επαναφέρει ένα πάγιο ζήτημα

Πώς προσεγγίζει άραγε κανείς, σε μια βιογραφική ταινία, μια προσωπικότητα αστραφτερή, ταλαντούχα και τραγική, όπως η Μαρία Κάλλας; Το εκρηκτικό της ταμπεραμέντο, η ιστορία της ανόδου και της παρακμής της, το χάρισμα της φωνής της, αλλά και η λάμψη που είχε τόσο η ίδια όσο και μέσω της σχέσης της με ανθρώπους διάσημους σαν τον Αριστοτέλη Ωνάση, δίνουν άπειρες αφορμές ώστε η Κάλλας να γίνει ένας χαρακτήρας συναρπαστικής ταινίας.

Μέχρι σήμερα, ωστόσο, δεν έχει ευτυχήσει ιδιαίτερα στις ταινίες όπου εμφανίστηκε ως ηρωίδα. Στις περισσότερες (από τις λίγες σχετικά φορές όπου υπήρξε η Κάλλας ως χαρακτήρας) χρησιμοποιήθηκε σαν πρωταγωνίστρια επεισοδίων της ζωής του Ωνάση και παρουσιάστηκε σαν ένα στερεότυπο της ντίβας της όπερας με εξωφρενική συμπεριφορά. Στην τηλεοπτική παραγωγή «Ωνάσης, ο πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο» του 1988 την ερμήνευσε η Τζέιν Σέιμουρ, δίπλα στον Ραούλ Τζούλια, ενώ στον «Ελληνα κροίσο» του 1978, όπου ο Αντονι Κουίν έπαιξε τον «Τεό Τομάσις», η Μαριλού Τόλο εμφανίστηκε ως «Σοφία Ματάλας». Και οι δύο κινηματογραφικές ενσαρκώσεις της Κάλλας δεν ξέφυγαν από τις ευκολίες και τις υπερβολές.

Ακόμη και το «Callas forever» του 2002, μια ταινία που σκηνοθετήθηκε από τον Φράνκο Τζεφιρέλι, έναν άνθρωπο που γνώριζε καλά την Κάλλας, με πρωταγωνίστρια τη Φανί Αρντάν, απέτυχε να μεταφέρει την προσωπικότητά της στην οθόνη.

Μια ταινία που βρίσκεται στο στάδιο της προετοιμασίας προκαλεί ακόμη περισσότερες αντιδράσεις. Τόσο επειδή το σενάριο βασίζεται στο βιβλίο του Νίκολας Γκέιτζ «Ελληνική φλόγα», που έχει κατηγορηθεί ως ευτελές κουτσομπολιό, όσο και για την επιλογή της πρωταγωνίστριας. Η 35χρονη Εύα Μέντες, Καλιφορνέζα με κουβανική καταγωγή, έχει κερδίσει πολλούς επαίνους για την ομορφιά της. Ομως οι ρόλοι που έχει παίξει δεν έχουν αποδείξει ότι μπορεί να σηκώσει το φορτίο ενός τέτοιου ρόλου, προκαλώντας πολλές επιφυλάξεις για το πώς θα παρουσιαστεί η Κάλλας για ακόμη μια φορά στην οθόνη.

Tου Παναγιωτη Παναγοπουλου

Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2008

Ενας Λατίνος στο Μέγαρο

Είναι Μεξικανός και, εδώ και μία δεκαετία περίπου, έχει μεταγγίσει κάτι από το πάθος των Λατίνων στην όπερα. Οταν μικρός μιμούνταν στον καθρέφτη τον Πλάθιντο Ντομίνγκο, τον οποίο σήμερα χαρακτηρίζει «γίγαντα», δεν περίμενε βέβαια πως κάποτε θα τραγουδούσαν μαζί και πως ο Ντομίνγκο θα τον έχριζε διάδοχό του. Ομως αυτό ακριβώς έγινε και σήμερα ο Ρολάντο Βιγιαζόν έχει τη φήμη και το προφίλ ενός σταρ.

Μελαχρινός και εκφραστικός, ο 36χρονος γοητευτικός τενόρος, που επί σκηνής δείχνει μια προτίμηση στην Ανα Νετρέμπκο ως παρτενέρ, θυμίζει περισσότερο Ισπανό παρά Μεξικανό. Ηθελε πάντα, όπως λέει, να έρθει στη χώρα μας. Η ώρα αυτή έφτασε και στις 29 του μηνός θα ερμηνεύσει στο Μέγαρο άριες από όπερες αλλά και θαρθουέλα, παραδοσιακά ισπανικά τραγούδια. Στη γλώσσα μας, πάντως, έχει ήδη τραγουδήσει: πρόπερσι, σε μια επετειακή συναυλία του ΟΗΕ, ερμήνευσε στα ελληνικά Σεφέρη, Ελύτη και Καβάφη, μελοποιημένους από έλληνες συνθέτες. Δηλώνει άλλωστε λάτρης του Καζαντζάκη.

Για να συμπεριλάβει το αθηναϊκό ρεσιτάλ στο ασφυκτικό πρόγραμμά του, αναγκάστηκε, λέει, να ακυρώσει τις διακοπές του με τη γυναίκα του και τους δύο γιους του. «Ομως αποφάσισα να τους πάρω μαζί για να είμαστε τουλάχιστον παρέα» μας είπε. «Είναι απαιτητικός ο τρόπος ζωής μου, το ξέρω, αλλά ζώντας στο Παρίσι, στην καρδιά της Ευρώπης, μπορώ να ξεκλέβω χρόνο μεταξύ παραστάσεων και να τους βλέπω. Η γυναίκα μου σπούδασε ψυχολόγος, αλλά τώρα μεγαλώνει τα παιδιά μας. Ελπίζω αργότερα να συνεχίσει την καριέρα της».

Τα θαρθουέλα «είναι τραγούδια που δεν γνώρισα από παιδί, αλλά εκτίμησα την αξία τους μετά» λέει. Ως έφηβος -μεγάλωσε σε μια χώρα χωρίς ιδιαίτερη κλασική ή οπερατική παράδοση- «δεν επηρεάστηκα από κανέναν. Ανέπτυξα μόνος μου ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την κλασική. Υπάρχει τόσο πολλή υπέροχη μουσική, που μπορεί κανείς να ανακαλύπτει συνεχώς».

Κι όμως, αναγνωρίζει πως τουλάχιστον στον χώρο της όπερας συνήθως παίζονται ξανά και ξανά παλιά αριστουργήματα: «Είναι γεγονός πως ακούμε ελάχιστες νέες όπερες σύγχρονων συνθετών. Είναι κρίμα, ίσως και να υπάρχει ένας σπουδαίος συνθέτης που ακόμα δεν είχαμε την ευκαιρία να ανακαλύψουμε».

Δυστυχώς, και πολλοί συνάδελφοί του, υποστηρίζει, έχουν την ίδια τύχη. «Μ' ενοχλεί να βλέπω στον χώρο της κλασικής μερικά απίστευτα ταλέντα που ποτέ δεν αναγνωρίζονται. Είναι φοβερά άδικο».

Ο Βιγιαζόν ανέκαθεν επεδίωκε να φτάνει στα άκρα την ερμηνεία του. «Εννοώ το να ζω τον ρόλο τόσο ώστε να παίρνω το ρίσκο να χάνω εντελώς τον εαυτό μου».

Οντας τόσο επτυχημένος στον χώρο της όπερας, πώς βλέπει αλήθεια το κροσόβερ, τη διασταύρωση των ειδών;

«Η καλή μουσική είναι καλή μουσική ανεξαρτήτως κατηγορίας. Οπως υπάρχει καλή και κακή όπερα υπάρχει και καλό ή κακό κροσόβερ. Εάν είναι καλό και σωστά εκτελεσμένο, μπορεί να ακούγεται υπέροχο».

Τα τελευταία χρόνια, πάντως, η όπερα μοιάζει να δίνει πλέον την έμφαση περισσότερο στο σόου παρά στη μουσική. «Ναι, συμβαίνει αυτό, διότι πολύ απλά, καθώς ο κόσμος ακούει και ξανακούει στο πέρασμα των χρόνων τα ίδια έργα, απαιτεί νέες ερμηνείες. Ωστόσο η μουσική είναι στην πραγματικότητα αυτή που αντέχει στο πέρασμα του χρόνου».

Ο ίδιος προσπαθεί με κάθε τρόπο να κάνει ελκυστική την όπερα στις μικρότερες ηλικίες. «Και αστεία! Για παράδειγμα, αν ερμηνεύω έναν κωμικό ρόλο όπως ο Νεμορίνο στο "Ελιξίριο του έρωτα", συχνά κάνω διάφορα ζογκλερικά και ταχυδακτυλουργικά κόλπα -κάτι δύσκολο τη στιγμή που τραγουδάς. Αν όμως κάτι τόσο απροσδόκητο κάνει ένα νέο παιδί να γελάσει και το φέρνει πιο κοντά σε ένα είδος τέχνης που φοβόταν, τότε έχουμε επιτύχει».

Μικρός, ονειρευόταν να γίνει παπάς, ψυχολόγος ή ηθοποιός. Επαγγέλματα που στοχεύουν κατευθείαν στην ψυχή...

«Νομίζω πως τελικά επέλεξα την όπερα διότι συνδυάζει κάτι και από τα τρία. Η όπερα αγκαλιάζει κάθε πιθανή ανθρώπινη συγκίνηση. Εξάλλου, επί σκηνής ερμηνεύεις τόσο πολλούς χαρακτήρες, που τελικά εκπληρώνεις τα παιδικά σου όνειρα. Στη «Μανόν», για παράδειγμα, έχω παίξει έναν παπά. Δεν μπορώ να φανταστώ καμία πιο ολοκληρωμένη μορφή τέχνης».

Της ΕΥΑΝΝΑΣ ΒΕΝΑΡΔΟΥ

Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2008

Η όπερα «Μποέμ» του Πουτσίνι στην Εθνική Λυρική Σκηνή

 

Με την όπερα Μποέμ του Τζιάκομο Πουτσίνι, παραγωγή του Γκράχαμ Βικ, που πρωτοπαρουσιάστηκε στην Εθνική Λυρική Σκηνή το Δεκέμβριο του 2007, ανοίγει στις 10 Οκτωβρίου η επόμενη καλλιτεχνική περίοδος της Λυρικής Σκηνής στο θέατρο «Ολύμπια».

Ο Βρετανός σκηνοθέτης μεταφέρει το θέμα του έργου, τα νιάτα με τις χαρές και τις αγωνίες τους, στο Παρίσι του σήμερα.
Το έργο βασίζεται στις Σκηνές από την Mποέμικη Zωή του Ανρί Μιρζέρ (1845-1848) και στο θεατρικό Μποέμικη Zωή που εμπνεύστηκε από αυτές ο Τεοντόρ Μπαριέρ (1849).

Το ποιητικό κείμενο είναι των Τζουζέπε Τζακόζα και Λουίτζι Ίλικα. Η υπόθεση αφορά τον έρωτα ανάμεσα στο ποιητή Ροντόλφο και στη ράφτρα Μιμή από τη στιγμή που συναντώνται για πρώτη φορά ως το θάνατο της νέας από φυματίωση.
Η Μποέμ παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο ιταλικό κοινό την 1η Φεβρουαρίου 1896 στο Βασιλικό Θέατρο του Τορίνο (Teatro Regio) υπό τη διεύθυνση του Αρτούρο Τοσκανίνι.

Ο Διονύσιος Λαυράγκας επέλεξε αυτή την όπερα ως εναρκτήριο έργο της τρίτης καλλιτεχνικής περιόδου του Ελληνικού Μελοδράματος. Η παράσταση δόθηκε στις 26 Απριλίου 1900 στο Δημοτικό Θέατρο Αθηνών. Από την Εθνική Λυρική Σκηνή η όπερα παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 14 Απριλίου 1948 σε μουσική διεύθυνση Αντίοχου Ευαγγελάτου.
O Γκράχαμ Βικ είναι ένας από τους πλέον καταξιωμένους σκηνοθέτες όπερας παγκοσμίως, και χαρακτηρίζεται για την ανατρεπτική του σκηνοθετική ματιά.

Σήμερα, είναι καλλιτεχνικός διευθυντής της Όπερας του Μπέρμιγχαμ. Έχει συνεργαστεί με τους πιο σημαντικούς μουσικούς διευθυντές και μαέστρους, όπως οι Ρικάρντο Μούτι, Τζέιμς Λιβάιν, Μπέρναρντ Χάιτινκ, Ζούμπιν Μέτα, Βαλέρι Γκέργκιεφ και Σεΐτζι Οζάουα.

Διετέλεσε διευθυντής παραγωγών του Φεστιβάλ του Glyndebourne (1994-2000) και της Όπερας της Σκοτίας (1984-1987). Έχει διακριθεί με τα βραβεία Premi Abbiati (τρεις φορές) και το South Bank Show Award for Opera. Έχει λάβει επίσης τον τίτλο του Ιππότη των Γραμμάτων και των Τεχνών στη Γαλλία και είναι επίτιμος καθηγητής στα πανεπιστήμια του Μπέρμιγχαμ και της Οξφόρδης.
Τους κεντρικούς ρόλους ερμηνεύουν καταξιωμένοι σολίστ όπως οι: Έλενα Κελεσίδη, Σεμπαστιάν Γκιέζ, Λουκία Σπανάκη, Τάσος Αποστόλου, Ατάλα Αϊάν, Κύρος Πατσαλίδης, Άκης Λαλούσης κ.α. Τα σκηνικά υπογράφει ο Ρίτσαρντ Χάντσον.
Εκτός από τις 10 Οκτωβρίου, η όπερα Μποέμ θα παρουσιαστεί επίσης στις 12, 14, 16, 18 και 21 Οκτωβρίου 2008.

[via]

Κυριακή 24 Αυγούστου 2008

Οταν η όπερα γίνεται γήπεδο

Η γκριζομάλλα κυρία με το μονόχρωμο κλασικό ταγέρ και το μονόπετρο της προγιαγιάς της στο μικρό δάχτυλο του χεριού δεν θα επέτρεπε στον εαυτό της τίποτα πιο αγενές από ένα ξαφνικό φτέρνισμα ή ένα ανεπαίσθητο σιγομουρμουρητό της μελωδίας.

Η Ρενέ Φλέμινγκ, ο Ρικάρντο Μούτι και η Καταρίνα Βάγκνερ έχουν πέσει θύματα αποδοκιμασιών. Κανείς, όμως, δεν αντέδρασε τόσο άσχημα όσο ο Ρομπέρτο Αλάνια στη Σκάλα.

Η όπερα είναι γι' αυτήν η υπέρτατη απόλαυση και ένας χώρος απόλυτου σεβασμού. Οταν ο τραγουδιστής ή ο μαέστρος αποδοκιμάζονται έντονα την ώρα της υπόκλισής τους, βουλιάζει με ντροπή στη θέση της και σκέφτεται: «Θεέ μου, τι κόσμος!».

Ποιος είναι όμως αυτός ο «κόσμος»; Νεόπλουτοι που θεωρούν την όπερα άλλη μια βραδινή έξοδο, ακραιφνείς λάτρεις του λυρικού θεάτρου που ξέρουν απ' έξω ολόκληρα λιμπρέτα και δεν συγχωρούν το παραμικρό λάθος ή απλοί θεατές που πιστεύουν ότι το ακριβό εισιτήριο δικαιολογεί συμπεριφορά γηπέδου; Η αποδοκιμασία στην όπερα είναι κάτι σαν παράδοση. Ακόμα και μεγάλοι συνθέτες, όπως ο Στραβίνσκι με την «Ιεροτελεστία της Ανοιξης», ο Ροσίνι με τον «Κουρέα της Σεβίλλης» ή ο Βέρντι με την «Τραβιάτα», έγιναν αποδέκτες έντονων αποδοκιμασιών στην εποχή τους. Μια παράδοση όμως που ξεκινάει από την αρχαία Ελλάδα, όταν οι θεατές στα Διονύσια επευφημούσαν τις παραστάσεις που προτιμούσαν και φώναζαν στις υπόλοιπες, μοιάζει πια σαν τις ρωμαϊκές αρένες, όπου οι καλλιτέχνες παραδίδονται στο κοινό όπως οι χριστιανοί στα λιοντάρια. Η Ρενέ Φλέμινγκ δεν θυμάται χειρότερη στιγμή στην καριέρα της από τα γιουχαΐσματα στην ερμηνεία της ως Λουκρητίας Βοργία στη Σκάλα του Μιλάνου το 1998 και η καναδέζα σοπράνο Αλεξάντρα Ντεσορτί δεν θα ξεχάσει ποτέ τον τρόμο που της προκάλεσε το δυνατό και αδιάκοπο «ουουου» κατά τη διάρκεια της πρώτης πράξης στην «Απαγωγή από το Σεράι» του Μότσαρτ. Η Ρενάτα Σκότο, η Μιρέλα Φρένι ή η Ρενάτα Τεμπάλντι είχαν κι εκείνες παρόμοιες εμπειρίες.

«Τραγούδησα σαν Θεός»

Αυτό όμως που θα μείνει για πάντα στη μνήμη του κοινού που παρακολουθούσε την «Αΐντα» σε σκηνοθεσία Φράνκο Τζεφιρέλι, τον Δεκέμβριο του 2006, ήταν η συμπεριφορά του διεθνούς φήμης τενόρου Ρομπέρτο Αλάνια, όταν στη μέση της παράστασης εγκαταλείπει τη σκηνή διαμαρτυρόμενος για την έντονη αποδοκιμασία θεατών της Λοτζιονίστι, δηλαδή του εξώστη των θερμόαιμων της Σκάλας. Ο αντικαταστάτης του, Αντονέλο Πολόμπι, αναγκάζεται να βγει στη σκηνή με το τζιν, καθώς δεν πρόλαβε ούτε το κοστούμι να φορέσει και χωρίς καμία φωνητική προθέρμανση τραγούδησε ώς το τέλος της παράστασης εισπράττοντας το δυνατότερο χειροκρότημα της βραδιάς. Ο Αλάνια, αφού επέμενε ότι τραγούδησε «σαν θεός», απείλησε με μηνύσεις τη Σκάλα, γιατί λόγω του εκνευρισμού που του προκάλεσαν οι αποδοκιμασίες έπαθε υπογλυκαιμία. Την κατηγόρησε, ακόμα, ότι αυτό που άρχιζε με σφυρίγματα θα μπορούσε να εξελιχθεί σε κάτι πολύ χειρότερο. «Κι αν μου πέταγαν πέτρες ή κάποιος τρελός μου επετίθετο; Αλλωστε, και ο Τζον Λένον στο τέλος σκοτώθηκε...» Και να φανταστεί κανείς ότι το γιουχάισμα ήταν αυτό που αρχικά τον γοήτευσε στην όπερα, όπως ο ίδιος έχει δηλώσει. «Λατρεύω αυτήν την καθαρή έξαψη, που οι μισοί σε επευφημούν και οι άλλοι σου φωνάζουν. Είναι σαν να σε έχουν ρίξει στον λάκκο των λεόντων» έλεγε.

Στην πραγματικότητα, καμία παράσταση δεν είναι τέλεια αν το κοινό δεν ξεσπάσει σε «μπράβο». Πόσω μάλλον όταν συμβεί το αντίθετο. Το κοινό που λάτρεψε τον Πλάθιντο Ντομίνγκο ήταν αυτό που τον αποδοκίμασε έντονα όταν μετά από πολλές δεκαετίες στη σκηνή αποφάσισε να κατέβει στο πόντιουμ και να διευθύνει την παράσταση των «Μποέμ». Αλλά όταν ακόμα και ο Καρούζο άκουγε σφυρίγματα αποδοκιμασίας στην ίδια του την πόλη, τη Νάπολη, που φημίζεται για την πιο σκληρή όπερα του κόσμου, και η Κάλλας δεχόταν αντί για ανθοδέσμη ένα μπουκέτο από ραπανάκια τι να πει η 30χρονη δισέγγονη του Βάγκνερ, Καταρίνα, που η υπόκλισή της, μετά την παράσταση «Οι αρχιτραγουδιστές της Νυρεμβέργης», την οποία διεύθυνε στο φεστιβάλ του Μπαϊρόιτ, γιουχαΐστηκε δυνατά;

Δεν ήταν λίγοι όμως και αυτοί που αντέδρασαν στις... αντιδράσεις. Ο Φράνκο Κορέλι θύμωσε τόσο, που όρμησε με το κοστούμι του από τη σκηνή στο θεωρείο για να ζητήσει τον λόγο από τον ταραξία. Ο μαέστρος Τζιουζέπε Πατάνε σταμάτησε την παράσταση «Λα Τζοκόντα» του Ποντσιέλι στη μέση όταν γιουχάρανε τον αντικαταστάτη του Ντομίνγκο και απευθυνόμενος στον θερμόαιμο είπε: «Ντροπή σου. Τουλάχιστον δείξε λίγο σεβασμό στον Ποντσιέλι. Αν δεν σου αρέσει, μη χειροκροτήσεις». Ετσι, το κοινό κάθησε ήσυχο ώς το τέλος της παράστασης. Ο Ρικάρντο Μούτι έγινε έξαλλος όταν «κράξανε» τον τενόρο Σαλβατόρε Λιτσίτρα, επειδή παρέλειψε το παραδοσιακό ψηλό C στο «Di Quella Pira» και γυρίζοντας προς το κοινό επισήμανε πως η όπερα δεν είναι τσίρκο.

Στην Αμερική οι θεατές είναι πιο γενναιόδωροι από τους Ευρωπαίους και σπάνια ξεσπούν σε αποδοκιμασίες. Οταν μάλιστα έρχονται πρώτη φορά στις μεγάλες ευρωπαϊκές σκηνές τούς ενημερώνουν ότι το σφύριγμα δεν είναι δείγμα επιδοκιμασίας. Παρ' όλα αυτά, η Μετροπόλιταν Οπερα της Νέας Υόρκης είδε την Καναδή Αλ. Ντεσορτί να αποδοκιμάζεται και τον Τζον Μακ Μάστερ να αντικαθίσταται ως Τριστάνος στην όπερα του Βάγκνερ για τις επόμενες παραστάσεις μετά από το «κράξιμο». Η νύχτα όμως που δεν θα ξεχάσει ποτέ η Ρενέ Φλέμινγκ ήταν επεισοδιακή και για τον μαέστρο της παράστασης, Τζιανλούτζι Γκελμέτι, που εξοργισμένος από τις αντιδράσεις των θεατών, λιποθύμησε δύο φορές πάνω στη σκηνή και χρειάστηκε ασθενοφόρο για τον μεταφέρει. Αντίθετα, ο Λουτσιάνο Παβαρότι μετά από μια παράσταση το 1982 απολογήθηκε λέγοντας προς το κοινό ότι είχε δίκιο να τον κριτικάρει.

Με πυρετό

Οι θερμόαιμοι οπαδοί της όπερας, με βαθιές γνώσεις για το λυρικό θέατρο και θεατές εκατοντάδων παραστάσεων, θεωρούν ότι η δημόσια έκφραση της αποδοκιμασίας μιας παράστασης που δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες τους ανεβάζει το επίπεδο, βοηθώντας έτσι σε όλο και πιο άρτιες παρουσιάσεις. Ενα έργο του Μότσαρτ όμως δεν είναι πολιτική συγκέντρωση, απαντά η άλλη πλευρά, όπως και η όπερα δεν είναι δημόσια πλατεία αλλά ούτε ιδιωτικό κλαμπ για να εκφράζει κανείς ελεύθερα τη γνώμη του. Αν και το λυρικό θέατρο συμμετέχει ενεργά στο χρηματιστήριο της τέχνης, με αστρονομικές αμοιβές και εγωκεντρικές ντίβες με παράλογες απαιτήσεις, δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει ότι η φωνή είναι κάτι περισσότερο από ένα μουσικό όργανο. Ενα βιολί δεν παθαίνει κράμπες στο στομάχι. Δεν φτάνει στην αίθουσα άυπνο και με πονοκέφαλο μετά από έξι ώρες καθυστερημένης πτήσης, δεν παθαίνει τζετ λαγκ ούτε αρπάζει κρύωμα. Οταν το βιολί δεν αποδίδει σωστά, ο μουσικός το αντικαθιστά με ένα άλλο, όμως η σοπράνο πρέπει να τραγουδήσει ακόμα και όταν το σώμα της την προδίδει. Η Μαρία Κάλλας αποδοκιμάστηκε έντονα όταν αποχώρησε από την παράσταση της «Νόρμας», αλλά κανείς δεν ήξερε ότι είχε τραγουδήσει ολόκληρη την πρώτη πράξη με υψηλό πυρετό. Η ακύρωση μιας οπερετικής παράστασης άλλωστε δεν είναι επιλογή, αφού σχεδόν πάντα αντιμετωπίζεται με καχυποψία.
Θέμα ευγένειας ή στοιχειώδες δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης, σημασία έχει ότι, σε έναν κόσμο που χάνει τους καλούς του τρόπους, η όπερα μοιάζει να είναι το τελευταίο καταφύγιο μιας παλιομοδίτικης

Της ΔΕΣΠΟΙΝΑΣ ΑΝΤΥΠΑ

Παρασκευή 1 Αυγούστου 2008

Ξεχωριστές εκδηλώσεις στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, 2008-2009

ΔΕΙΤΕ ΟΛΟ ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΔΩ: http://www.megaron.gr/aboutcitygr/programma2008-2009pdf1.pdf

image Στις μουσικές εκδηλώσεις εμφανίζονται τη χειμερινή περίοδο Συμφωνικά Σχήματα με γνωστούς αρχιμουσικούς και διάσημους σολίστες, όπως η Συμφωνική της Βιέννης, η Συμφωνική του BBC, με μεγάλους ερμηνευτές, το Κουαρτέτο Μποροντίν και δεξιοτέχνες του βιολιού οι Λεωνίδας Καβάκος, Τζέσουα Μπελ, μεγάλες λυρικές φωνές και παλιές μουσικές του 19ου αιώνα.

Για τους φίλους της όπερας θα παρουσιαστεί η «Θαΐς» από το ομώνυμο έργο του Ανατόλ Φρανς, με τη Μαρλίς Πέτερσεν στον ομώνυμο ρόλο, ενώ στο χορευτικό τομέα το Martha Graham Dance Company της Νέας Υόρκης θα παρουσιάσει σε παγκόσμια πρώτη την «Κλυταιμνήστρα» σε χορογραφία της αξέχαστης Γκράχαμ.

Στον Κύκλο Μεγάλες Ορχήστρες - Μεγάλοι Μαέστροι έχουμε, εκτός από τη Συμφωνική της Βιέννης και τη Συμφωνική του BBC την Ορχήστρα της Φινλανδικής Ραδιοφωνίας, τη Βασιλική Ορχήστρα Κοντσερτγκεμπάου του Αμστερνταμ κ.ά., σε σύμπραξη με εξαιρετικούς σολίστ τους Λεωνίδα Καβάκο (βιολί), Γιάννη Βακαρέλη (πιάνο), Σπύρο Μουρίκη (κλαρινέτο), Δημήτρη Σγούρο (πιάνο) κ.ά.

Στον Κύκλο Μεγάλοι Ερμηνευτές έχουμε τους πιανίστες Μαρτίνο Τιρίμο, Αλέν Λεφέβρ, Αντράς Σιφ και τον μεγαλύτερο κιθαρίστα επί των ημερών μας, τον Τζον Γουίλιαμς, σε ένα μοναδικό ρεσιτάλ στις 12 Μαρτίου του 2009.
Ξ. Μ.

Δευτέρα 7 Ιουλίου 2008

Το κοινό της κλασικής μουσικής έγινε μηρυκαστικό

«Η μορφή του μαέστρου δικτάτορα που διατάζει και όλοι υπακούουν έχει χαθεί και καλώς έχει χαθεί», λέει ο Κωνσταντίνος Καρύδης, που κάνει καριέρα στο εξωτερικόΤο όνομα του αρχιμουσικού Κωνσταντίνου Καρύδη είναι γνωστό σε όσους παρακολουθούν την κλασική μουσική στις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης. Ανιψιός του αείμνηστου μαέστρου Μιλτιάδη Καρύδη, ο τριαντατετράχρονος αρχιμουσικός σπούδασε πιάνο και ανώτερα θεωρητικά στο Ωδείο Αθηνών. Συνέχισε σπουδές στη Μουσική Ακαδημία του Μονάχου, ενώ μέχρι πριν από μερικά χρόνια ήταν μόνιμος μαέστρος στο Gartnerplatz Theater του Μονάχου.

Σήμερα και μεθαύριο θα διευθύνει στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (αίθουσα «Αλεξάνδρα Τριάντη») την Ορχήστρα της Εθνικής Οπερας της Λυών στην εξαίσια όπερα του Μπέντζαμιν Μπρίτεν «Ονειρο καλοκαιρινής νύχτας» σε σκηνοθεσία Ρόμπερτ Κάρσεν.
Η πορεία του Κωνσταντίνου Καρύδη στο εξωτερικό θα συνεχίσει να είναι εντυπωσιακή. Το πρόγραμμά του για τα επόμενα χρόνια είναι φορτωμένο με παραστάσεις στις όπερες Βερολίνου και Λονδίνου (Κόβεντ Γκάρντεν) και κονσέρτα στο Μόναχο, τη Φλωρεντία, το Τελ Αβίβ, τη Βιέννη κ.α.
Ποια είναι τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της όπερας του Μπρίτεν;
«Το λιμπρέτο είναι γραμμένο από τον ίδιο και τον Πίτερ Μπίαρς. Στην ουσία, εκτός από κάποιες μικρές προσαρμογές, πρόκειται για το αυθεντικό κείμενο του Σέξπιρ. Ο Μπρίτεν όχι μόνο δεν αλλοιώνει το κείμενο αλλά το αναδεικνύει μέσα από τη μουσική του. Θα έλεγα ότι το έργο είναι ένα συνεχές ρετσιτατίβο, μια διαρκής αφήγηση από την πρώτη νότα μέχρι την τελευταία. Αρκετό ενδιαφέρον έχει επίσης η ενορχήστρωση, μια έξυπνη και εκλεπτυσμένη ενορχήστρωση, που αναδεικνύει την ατμόσφαιρα του έργου. Ο Μπρίτεν δεν επιχειρεί να περιγράψει μια κατάσταση. Απλώς δίνει κάποια χρώματα στον θεατή για να τη νιώσει».

Η προσέγγισή σας είναι πιστή στο κλίμα του συνθέτη;
«Για μένα ήταν σημαντικό να υπηρετήσω όλες τις λεπτομέρειες που σημειώνει εκείνος για να αναδείξω το έργο».
Αν και νέος, έχετε ήδη μια επιτυχημένη πορεία στο εξωτερικό ως διευθυντής ορχήστρας. Ηταν εύκολο να αναγνωριστείτε εκτός ελληνικών συνόρων;
«Οφείλω να πω ότι είχα αρκετά μεγάλη τύχη σε ό,τι έκανα».
Φαντάζομαι όχι μόνο τύχη.
«Ελπίζω όχι μόνο τύχη. Υπήρξαν, πάντως, κάποιες καλές συγκυρίες που με βοήθησαν».
Οι ευκαιρίες για έναν νέο διευθυντή ορχήστρας στο εξωτερικό είναι περισσότερες;
«Στη Γερμανία σαφώς υπάρχουν πολύ περισσότερα θέατρα και ορχήστρες. Οπότε, και μεγαλύτερη δυνατότητα για κάποιον που ξεκινά να δείξει τη δουλειά του. Τώρα η μετέπειτα εξέλιξή του, σαφώς, έχει σχέση και με την ποιότητά του».
Ο φυσικός χώρος της δράσης στην όπερα «Ονειρο καλοκαιρινής νύχτας» του Μπέντζαμιν Μπρίτεν είναι τα δάση γύρω από την Αθήνα, τόπος ουτοπικός και συμβολικός Τα τελευταία χρόνια και στον χώρο της κλασικής μουσικής διακρίνεται μια αμηχανία και η ανάγκη τα κονσέρτα και οι παραστάσεις να υπακούουν σε κάποιους κανόνες σχετικούς με το θέαμα και την αγορά. Πόσο επηρεάζεται η δουλειά σας από τέτοιου είδους παράγοντες;
«Είναι ένα γενικότερο φαινόμενο, το οποίο σίγουρα επηρεάζει και τη δική μας δουλειά. Οπως, επίσης, την επηρεάζει και ένα είδος κορεσμού. Τι ενοοώ; Σε γενικές γραμμές, παίζονται συνεχώς τα ίδια έργα και ο κόσμος έχει συνηθίσει να περιμένει κάποιες συγκεκριμένες ερμηνείες και να τις αποζητά. Εάν δεν του τις δώσεις, ενδεχομένως και να αντιδράσει. Αυτή η παρατήρηση δεν ισχύει για όλους και δεν ισχύει πάντα. Το κοινό της κλασικής μουσικής έχει κατά κάποιον τρόπο, σε πολλά εισαγωγικά, γκετοποιηθεί. Περιμένει συχνά να ακούσει κάτι που ξέρει. Υπάρχει γενικότερα μια τάση να μηρυκάζουν πράγματα, είτε σε επίπεδο ερμηνείας είτε σε επίπεδο δημιουργίας».
Εχει αλλάξει, επίσης, η σχέση αρχιμουσικού και ορχήστρας;
«Θα έλεγα ότι η μορφή του μαέστρου δικτάτορα που διατάζει και όλοι υπακούουν έχει χαθεί και καλώς έχει χαθεί. Οι ορχήστρες έχουν πολύ περισσότερα δικαιώματα, κατ' αρχήν σε συνδικαλιστικό επίπεδο. Επίσης, οι καλές ορχήστρες έχουν μια παράδοση που οφείλουν να διατηρούν. Ταυτόχρονα, όμως, οι άνθρωποι που παίζουν στις μεγάλες ορχήστρες είναι εξαιρετικοί μουσικοί και έχουν την ικανότητα να προτείνουν καινούργια πράγματα με το παίξιμό τους».
Οι παραστάσεις της όπερας που διευθύνετε στην Αθήνα είναι αφιερωμένες στη μνήμη του θείου σας, Μιλτιάδη Καρύδη. Πόσο επηρέασε την πορεία σας στη μουσική;
«Με επηρέασε, ενδεχομένως, ασυνείδητα. Διότι εκείνος ζούσε στη Βιέννη κι εγώ στην Ελλάδα. Δεν βλεπόμασταν πολύ. Από παιδί ήξερα ότι υπάρχει ένας πολύ καλός, διάσημος μαέστρος στην οικογένεια. Τότε δεν γνώριζα τι είναι μαέστρος. Συνυπήρξαμε, μάλιστα, το 1995 στο Ηρώδειο, εγώ ως πιανίστας με τη Συμφωνική της ΕΡΤ σ' ένα έργο του Μπάρτοκ. Η επιρροή του ήταν έμμεση αλλά καθοριστική». *

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΡΟΥΖΑΚΗ