Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνες συνθέτες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνες συνθέτες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2009

300' ελληνικής μουσικής ζωής: ΠΟΛΥΤΙΜΕΣ ΗΧΟΓΡΑΦΗΣΕΙΣ ΣΕ CD

Οι ενημερωμένοι φίλοι της κλασικής μουσικής γνωρίζουν άριστα ότι η χρυσή εποχή των πανάκριβων ηχογραφήσεων με αστέρες σε στούντιο έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί και μαζί της δύει η βασιλεία των μεγάλων πολυεθνικών δισκογραφικών εταιρειών.

Πειραιάς 1935. Ο βιολιστής Β. Σταυριανός (αριστερά) και ο συνθέτης Κωνσταντίνος Κυδωνιάτης (δεξιά) συνοδεύουν τον Δημήτρη Μητρόπουλο κατά την αναχώρησή του για την Ιταλία Από τους ιστορικούς κολοσσούς που μέχρι προ δεκαετίας κονταροχτυπιούνταν για κυριαρχία στον χώρο ελάχιστοι έχουν επιζήσει· οι υπόλοιποι έκλεισαν, συγχωνεύτηκαν ή αγοράστηκαν και σήμερα οι ηχογραφήσεις τους περιφέρονται -ή «σκοτώνονται»!- με διαφορετικά εξώφυλλα, σε πιθανούς και απίθανους συνδυασμούς.

Το κενό που απέμεινε καλύπτουν πλέον άλλες, μικρότερες εταιρείες, συνήθως εθνικές και με εστιασμένο ρεπερτόριο, λειτουργώντας με διαφορετικές λογικές και στρατηγικές. Ακόμη πιο πρόσφατα, σημαντικότατη μερίδα του ενδιαφέροντος των φιλόμουσων άρχισαν να κερδίζουν οι ζωντανές ηχογραφήσεις λυρικών θεάτρων και ραδιοφωνιών, ιστορικές αλλά και σύγχρονες.

Πρόκειται για ένα πολύτιμο δώρο της ψηφιακής επανάστασης, αφού μόνο με τις δυνατότητες και τα εμπορικώς συμφέροντα κόστη των νέων τεχνολογιών είναι εφικτή η παραγωγή τέτοιων προϊόντων υψηλής ποιότητας. Πολλαπλά ευπρόσδεκτη, αυτή η εξέλιξη συνεισφέρει αποφασιστικά και στην εξυγίανση της πρόσληψης της κλασικής μουσικής, καθώς παρέχει πρόσβαση τόσο στη βαθιά προϊστορία του χώρου όσο και στην αδιαμεσολάβητα «ζωντανή», σημερινή του πραγματικότητα· μια πραγματικότητα αναμφίβολα ειλικρινέστερη από την αμφιλεγόμενα αντιπροσωπευτική, αδίστακτα «πειραγμένη» των στούντιο των ηχογραφήσεων!

Στη χώρα μας, όπου οι σχέσεις πολιτικής και πολιτισμού ουδέποτε ήσαν καθαρές, ενώ αποβαίνουν συστηματικά υπέρ της πρώτης και σπανιότατα υπέρ του δεύτερου, η εγχώρια κληρονομιά της κλασικής μουσικής παραμένει στο όριο του αφανισμού. Ανθρωποι πεθαίνουν, μνήμες χάνονται, τεκμήρια φθείρονται ανεπανόρθωτα και αρχεία διασκορπίζονται καθιστώντας το παρελθόν της «ζωντανής» μουσικής ζωής απρόσιτο και συνεπώς βουβό.

Το περιεχόμενο των λιγοστών αρχείων με ιστορικές ηχογραφήσεις σπάνια αξιοποιείται, ενώ οι ελάχιστες σοβαρές προσπάθειες αποδεικνύονται θνησιγενείς και απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Πού μπορεί να βρει κανείς σήμερα τη σειρά ιστορικών ηχογραφήσεων της ΕΡΤ (σε cds) και γιατί αυτή δεν είχε καμία συνέχεια; Πώς κατέληξε τελικά η ηχογράφηση της συναυλίας της Κάλλας στο Ηρώδειο (1957) να ανήκει στην ΕΜΙ; Τι άλλες τέτοιες ηχογραφήσεις από τις εκατοντάδες συναυλιών και παραστάσεων στο Φεστιβάλ Αθηνών κρύβονται στο Αρχείο της ΕΡΤ ή αλλού; Πού κατέληξε η πρώτη έκδοση της «Ρέας» του Σαμάρα (σε LP) από το ΥΠΠΟ τη δεκαετία του '80; Πόσο εύκολα βρίσκει κανείς σήμερα την ηχογράφηση της «Ανατολής» του Καλομοίρη ή την επετειακή έκδοση των 12 cds με έργα Ελλήνων συνθετών (2004) που εξέδωσε ο ΟΠΕΠ; Τι αξιοποιήσιμες ηχογραφήσεις ελληνικής όπερας σώζονται στο Αρχείο της ΕΛΣ ή λανθάνουν -πειρατικές ή όχι ελάχιστη σημασία έχει πλέον!- σε αρχεία ιδιωτών;

Τη χρονιά που πέρασε δύο ελάχιστα δείγματα τέτοιων, πολλαπλά σημαντικών τεκμηρίων ήρθαν στην επιφάνεια. Το πρώτο είναι ένα διπλό cd με ηχογραφήσεις της ΚΟΑ και της Συμφωνικής Ορχήστρας του ΕΙΡ υπό τον Φιλοκτήτη Οικονομίδη (1889-1957), μια μουσική προσωπικότητα που στο πλαίσιο της ελληνικής μουσικής ζωής της εποχής ήταν ό,τι ο Μπίτσαμ και ο Μπαρμπιρόλι για τους Αγγλους ή ο Βίλχελμ Φουρτβένγκλερ για τους Γερμανούς. Πρόκειται για εναρκτήρια έκδοση σειράς ιστορικών, αρχειακών εκδόσεων από την ΚΟΑ και διατίθεται εκτός εμπορίου.

Οι ηχογραφήσεις είναι του 1955, προέρχονται από το Αρχείο της ΕΡΤ και περιλαμβάνουν ελληνικά έργα (Καλομοίρης, Λαμπελέτ, Καρρέρ, Σκλάβος, Σπάθης, Κουνάδης, Λαυράγκας). Το δεύτερο, επίσης διπλό cd κυκλοφόρησε πιο πρόσφατα (Απόλλων Συν.Π.Ε.) και είναι αφιερωμένο στον συνθέτη, πιανίστα και αρχιμουσικό Κωνσταντίνο Κυδωνιάτη (1908-1996). Περιλαμβάνει ζωντανές ηχογραφήσεις της περιόδου 1955-1974 προερχόμενες από το αρχείο του συνθέτη, στις οποίες αυτός συμμετέχει ως πιανίστας-συνοδός και αρχιμουσικός. Ακούγονται έργα (κυρίως σονάτες) Ντεμπισί, Μπλοχ, Ραβέλ, Πίστον, Ενέσκου, Κυδωνιάτη, Βιβάλντι, Ταρτίνι, Παγκανίνι, Σαιν-Σανς, Σκαλκώτα, Πάρτος και Σοσόν, στα οποία ο συνθέτης παίζει πιάνο δίπλα σε διάσημους ξένους και Ελληνες σολίστες διαφόρων οργάνων (Ιβρι Γκίτλις, Αμφιτεατρώφ, Φρειδερίκος Βολωνίνης, Βύρων Κολάσης, Ενρίκο Μαϊνάρντι, Ρουτζέρο Ρίτσι, Σταυριανός κ.ά.).

Συνολικής διάρκειας περίπου πέντε ωρών, η ακρόαση των τεσσάρων αυτών δίσκων προσφέρει πολλές και ειδικές εκπλήξεις και συγκινήσεις -επίπεδο και ύφος ερμηνειών, εύρος ρεπερτορίου- που ξαναζωντανεύουν με συναρπαστικά γλαφυρό τρόπο το πολιτιστικό στίγμα της εποχής και του τόπου.

Του ΓΙΑΝΝΗ ΣΒΩΛΟΥ

Τετάρτη 23 Ιουλίου 2008

Ποιητική αδεία μεσογειακό χρώμα

Σε ήχο ελληνικό

Μιχάλης Νικολούδης:
Aeolia 2
ΠΑΡΑΓΩΓΗ: POLYMUSIC

Ούτε η Αιολίς είναι (ήταν) μια τυχαία χώρα, ούτε κι ο Μιχάλης Νικολούδης ένας τυχαίος μουσικός. Με σπουδές και με πολλά χρόνια πείρας ως session μουσικός, ενορχηστρωτής, παραγωγός και ηχολήπτης. Η πρώτη του «Αιολία» το 1995 σημείωσε επιτυχία, καθώς η ιδέα του να αναφερθεί (με συνθέσεις «προσιτές» σε ένα κοινό νεανικό αυτί) στις μουσικές παραδόσεις της Ανατολικής Μεσογείου και του Αιγαίου, ήταν τότε σχετικά πρωτότυπη, το είδος «έθνικ» δεν είχε ακόμα υπερκαταναλωθεί και, το κυριότερο, η εργασία του ήταν καλή. Οπως και στον κινηματογράφο, που όταν μια ταινία πάει πολύ καλά, γυρίζεται άλλη μια σαν αυτή, έτσι φαίνεται κι εδώ, η Αιολία νούμερο δύο διεκδικεί της επιτυχία της πρώτης.

«Και εδώ...», λένε οι εκδότες, «...είναι έντονη η παρουσία της Μεσογείου, των αισθαντικών ήχων και αρωμάτων της». Κι ακόμα πως ο συνθέτης «...επαναπροσδιορίζεται μέσα από τα οράματά του, (...) και καταθέτει μελωδικές γραμμές φυσικής ομορφιάς, καθαρές, περιγραφικές, με συναίσθημα...και μεσογειακό χρώμα».

Από το τελευταίο αυτό αρχίζοντας, θα μπορούσα να πω πως το χρώμα του μαντολίνου και της μαντόλας που παίζει ο συνθέτης σε πολλά κομμάτια και αποτελεί, τρόπον τινά, το «σήμα κατατεθέν» τού δίσκου, δεν είναι και το μουσικό σήμα κατατεθέν της Ανατολικής Μεσογείου. Βεβαίως, ποιητική αδεία, γίνονται όλα. Το μεσογειακό «χρώμα» πάντως είναι κάτι περισσότερο. Μάλλον πολλές αποχρώσεις θα λέγαμε πως υπάρχουν και σχετικά με το άκουσμα των κομματιών αυτών, η «Ανατολική Μεσόγειος» εδώ έχει αρκετά... δυτικοποιηθεί. Δεν αρκούν, ασφαλώς, ούτε τα ηχοχρώματα των οργάνων (εκτός από τα κρουστά, ακούγονται άλλα έξι εδώ: ούτι, ταμπουράς, μαντολίνο, μαντόλα, rawab και πλήκτρα, ήτοι συνθεσάιζερ) ούτε η πρόθεση να αποδοθεί έτσι χαλαρά μια «απόχρωση» (τι θα πει άραγε αυτό;), που μάλιστα αναφέρεται σε παραδόσεις και πολιτισμούς.

Μόνο το συγκρότημα «Μουσικοί του Νείλου» ν' ακούσει κανείς, μπορεί εύκολα να καταλάβει, πόση... ποιητική άδεια χρειάζεται ο Μιχάλης Νιλολούδης, προκειμένου να χαρακτηρίσει τη μουσική του ως έχουσα χρώμα ανατολικής Μεσογείου. Τα δέκα κομμάτια της Αιολίας νούμερο δύο, δεν έχουν κατά τη γνώμη μου τη δύναμη και την ουσία της πρώτης Αιολίας. Συγκριτικά είναι πιο ελαφρά και χωρίς ποικιλία. Ενώ με την πρώτη Αιολία έκανε, πιστεύω, μια πρόταση στο ευρύτερο, κοινό, για τη δεύτερη, δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο. Ο δίσκος ανήκει ακριβώς στην κατηγορία εκείνη, στην οποία (εμπορικά) αυτοπροσδιορίζεται (το είδος δηλαδή που δηλώνει ο εκδότης του) κι εδώ γράφει: Easy listening, ήτοι, ελαφρά μουσική που δεν απαιτεί προσοχή και κυρίως σκέψη από τον ακροατή της. Εύκολες και «πιασάρικες» μελωδίες, δοκιμασμένα στερεότυπα και ρυθμοί ζωηροί να χορεύονται, ή έστω να ερεθίζουν κινητικά τα σώματα. Σε αυτά ανταποκρίνεται επαρκώς, με την παρατήρηση, βέβαια, πως με τους πολλούς παρόμοιους ρυθμούς (π.χ. τσιφτετέλια, συρτοτσιφτέλια) με μικρές, απλές, εύπεπτες μελωδίες, τη μαντόλα και το μαντολίνο ως πρωταγωνιστές, κινδυνεύει να γίνει το έργο βαρετό. Ας προσθέσουμε στα «μείον» του δίσκου και το πρόχειρο (οικονομικό γαρ) της έκδοσης, που δεν πρόσφερε, για χάρη του συνθέτη, ούτε ένα στοιχειώδες ολιγοσέλιδο ένθετο με δυο λόγια, έστω αυτά τα βιογραφικά που έγραφε το δελτίο Τύπου. Επειδή, ο Μιχάλης Νικολούδης δεν είναι ένας τυχαίος, αλλά ένα καλός και έμπειρος μουσικός, λαμβάνω το θάρρος να πω ότι περιμένουμε περισσότερα εκ μέρους του.

Του ΓΙΩΡΓΟΥ Ε. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

Τετάρτη 2 Ιουλίου 2008

Αρχίζει το Φεστιβάλ «Μανώλης Καλομοίρης»

Από αριστερά η καλλιτεχνική διευθύντρια του Φεστιβάλ «Μανώλης Καλομοίρης» Ελενα Μουζάλα, ο υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας, Αιγαίου και Νησιώτικης Πολιτικής, Γιώργος Βουλγαράκης, ο νομάρχης Σάμου Εμμανουήλ Κάρλας και η δημιουργός του φεστιβάλ Χαρά Καλομοίρη (κόρη του Μανώλη Καλομοίρη).

Ελληνική μουσική δεν είναι μόνο ο «Ζορμπάς» και τα «Παιδιά του Πειραιά». Αξιόλογοι Έλληνες συνθέτες έχουν γράψει κλασική μουσική που μένει άγνωστη εντός και εκτός Ελλάδος, λόγω φτωχής δισκογραφίας και λόγω μειωμένου ενδιαφέροντος από ελληνικής πλευράς για τη διάδοσή της.

Το κενό αυτό φιλοδοξούσε να καλύψει το Φεστιβάλ «Μανώλης Καλομοίρης» στη Σάμο, το νησί όπου κατέφυγε μετά τη Μικρασιατική καταστροφή ο Ελληνας μουσουργός και έζησε εκεί για πολλά χρόνια.
Φέτος, είναι η 12η χρονιά που το Φεστιβάλ συνεχίζεται υπό την αιγίδα του υπουργείου Πολιτισμού και προσφάτως τέθηκε και υπό την αιγίδα του υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής.

Την έναρξη του Φεστιβάλ που ανοίγει το Σάββατο 12 Ιουλίου, χαιρέτισε χθες σε συνέντευξη Τύπου ο υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας, Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής, Γιώργος Βουλγαράκης, ο οποίος δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για μία καλλιτεχνική νησιωτική πολιτική στο Αιγαίο, με εκδηλώσεις που θα αποτελούν ορόσημο για κάθε νησιωτικό προορισμό εκ μέρους των επισκεπτών. Ο κ. Βουλγαράκης υποστηρίζει θερμά την πολιτική αυτή και υπόσχεται να στηρίξει ανάλογες εκδηλώσεις στα νησιά του Αιγαίου.

Και ενώ το Φεστιβάλ Σάμου ξεκίνησε πριν από 12 χρόνια με πολύ αξιόλογες εκδηλώσεις κλασικής μουσικής, μετακαλώντας διάσημα ονόματα του χώρου από το εξωτερικό, η δημοτική και νομαρχιακή αρχή που χρηματοδοτεί το Φεστιβάλ επέβαλε για λόγους λαϊκισμού τραγούδι λαϊκό και έντεχνο με ευρύτερη απήχηση, που αλλοιώνει τον χαρακτήρα του φεστιβάλ και το απομακρύνει από τον αρχικό του στόχο.

Παράλληλα, επισημαίνεται, ότι οι αμοιβές των Ελλήνων τραγουδιστών λαϊκού και έντεχνου είναι πολλαπλάσιες από ολόκληρα συγκροτήματα κλασικής μουσικής.

Οταν ο Ελληνας σκοπεύει να ταξιδέψει στη Σάμο για να παρακολουθήσει το συγκεκριμένο φεστιβάλ σε συνδυασμό με τις διακοπές του, πρέπει να γνωρίζει τη φυσιογνωμία του φεστιβάλ, όπως συμβαίνει με τους Καναδούς που ταξιδεύουν στο Μόντρεαλ για το Φεστιβάλ τζαζ και με τους Βρετανούς στο Εδιμβούργο για το γνωστό μουσικό φεστιβάλ για ό,τι πιο δημοφιλές και επίκαιρο κυκλοφορεί στη σύγχρονη μουσική.

Μερικές από τις παραστάσεις
Φέτος το Φεστιβάλ «Μανώλης Καλομοίρης» ανοίγει με τη Συμφωνική Ορχήστρα της Αλάσκας, περιλαμβάνει μια βραδιά όπερας με τους Family Voices, την Ορχήστρα Πατρών, τη Χορωδία της ΕΡΤ, συναυλίες με τη Δήμητρα Γαλάνη, την Ελευθερία Αρβανιτάκη, τον Νίκο Ξυδάκη, τον Νίκο Πλατύραχο, τους Encardia κ.ά.
ΞΕΝΗ ΜΟΥΧΙΜΟΓΛΟΥ