| ΠΝΕΥΣΤΑ: σαξόφωνο – φλογέρα – κλαρίνο Διδάσκει ο Θοδωρής Ρέλλος Το κλαρίνο, ως λαϊκό μουσικό όργανο, έρχεται στην Ελλάδα απ' την Τουρκία με τους Τουρκόγυφτους, γύρω στα 1835. Πρωτοεμφανίζεται στη βόρεια Ελλάδα, την Ήπειρο και τη δυτική Μακεδονία, απ' όπου και προχωρεί προς τα κάτω. Μαζί, αρχικά με το βιολί και το λαούτο και αργότερα και με το σαντούρι, αποτελούν την κομπανία, το λαϊκό μουσικό σχήμα που αντικαθιστά σιγά-σιγά την πατροπαράδοτη ζύγια - νταούλι - ζουρνά. Αναγνωρίζεται ως εθνικό όργανο, και στα χέρια άξιων μουσικών γίνεται το κατεξοχήν εκφραστικό μουσικό όργανο στην ηπειρωτική Ελλάδα. Με το κλαρίνο η δημοτική μελωδία ζει μια νέα λαμπερή περίοδο στον τομέα της οργανικής μουσικής. Το κλαρίνο αποτελεί έναν από τους αντιπροσωπευτικούς συντελεστές και μαζί φορείς του πνεύματος που χαρακτηρίζει το δημοτικό τραγούδι τα τελευταία εκατόν πενήντα χρόνια. Σαξόφωνο. Το σαξόφωνο εφευρέθηκε το 1842, τελευταίο σε σχέση με τα άλλα πνευστά, από τον ιδιοφυή Αδόλφο Σαξ, και αρχικά βρήκε θέση σε στρατιωτικές μπάντες. Στις αρχές του 20ού αιώνα οι καταπιεσμένοι νέγροι βρήκαν σε αυτό, το ιδανικό όργανο για τα μπλουζ και για την τζαζ, χάρη στην οποία έγινε διάσημο. Σε συνδυασμό με άλλα χάλκινα πνευστά και όχι μόνο, εκφράζει ιδανικά το παραδοσιακό βαλκανικό ηχόχρωμα. Ποιμενικός αυλός. Αερόφωνο όργανο της δημοτικής και της λαϊκής μουσικής, που συναντιέται σε όλη την ηπειρωτική Ελλάδα με διάφορα ονόματα (φλουέρα, καλάμι, τζαμάρα, φιούτο, σουραύλι). Οι διαφορές στην ονομασία οφείλονται εν πολλοίς στις διαφορές μήκους και διαμέτρου του σωλήνα, αλλά και στο επιστόμιο. Η φλογέρα κατασκευάζεται από ξύλο (κυρίως καλάμι), σίδερο, μπρούντζο ή κόκκαλο (φτερούγα, πόδι μεγάλου πουλιού: οι καλύτερες φλογέρες γίνονται από φτερούγα γύπα). Ο χαρακτηριστικός ήχος της φλογέρας εκπροσωπεί ιδανικά τη θλιμμένη αξιοπρέπεια της μοναξιάς. ----------------------------------------------------- |