Γεννημένος στο Μιλάνο το 1965, ο Στέφανο Μπατάλια άρχισε να μαθαίνει πιάνο στα εφτά του χρόνια για να γίνει σχετικά σύντομα γνωστός, στην Ιταλία και γενικότερα στην Ευρώπη, από τις εκτελέσεις του σε έργα κλασικής μουσικής των αρχών του 20ού αιώνα αλλά και στη μουσική μπαρόκ.
«Μικρός, όταν πηγαίναμε στο σπίτι της γιαγιάς μου, καθόμουν στο πιάνο και βασάνιζα τα πλήκτρα. Φαίνεται πως η γιαγιά ως δεξιοτέχνις κάτι περισσότερο κατάλαβε και έτσι υπήρξε δασκάλα μου ώς και τις τελευταίες τάξεις του Ωδείου» θα μας πει.
Ομως ο ερμηνευτής, που θα εμφανιστεί την ερχόμενη Κυριακή στο «Θέατρο Μελίνα Μερκούρη» του Υμηττού, δεν φέρει τα δώρα του κλασικού πιανίστα αλλά εκείνα του πιανίστα τζαζ.
«Ανακάλυψα την τζαζ στην Α' τάξη του λυκείου, όταν ήμουν 14 χρόνων. Απλώς αγόρασα δύο δίσκους για σόλο πιάνο, έναν του Πολ Μπλέικ, το "Open to love" και το "Facing you" του Κιθ Τζάρετ. Να φανταστείς ότι τους έχω ακόμα», λέει.
Παγκόσμια γλώσσα
Η κατάληξη ήταν να τιμηθεί στα 23 του χρόνια ως ο καλύτερος νέος πιανίστας τζαζ στην Ιταλία από το περιοδικό «Musica Jazz». Από εκεί και πέρα συνεργάστηκε με τους σημαντικότερους του είδους, τον Τ. Οξλεϊ, τον Σ. Σάλοου, τον Α. Ρομάνο, τον Κ. Γουίλερ, τον Μπρούνο Σεβιγιόν, τον Ντ. Πιφαρελί, τον Πολ Φαβρ και πολλούς άλλους.
- Και πώς παντρεύεται η κλασική σας παιδεία με την τζαζ;
«Το παλεύω -θα πει γελώντας- αφού ο αυτοσχεδιασμός είναι ό,τι σημαντικότερο στη δουλειά μου. Ομως την ίδια στιγμή, δίχως να γίνομαι σκλάβος των κυκλωμάτων της κλασικής μουσικής, μου αρέσει να έχω έτοιμα ένα-δυο προγράμματα και να τα προτείνω ως ερμηνευτής».
Ζει με τη δεύτερη γυναίκα του και τα τέσσερα παιδιά του (το ένα από τον πρώτο του γάμο), στην εξοχή έξω από τη Σιένα, όπου διδάσκει εδώ και είκοσι χρόνια. Από το εργαστήρι του βγήκαν και κάποιοι από τους μουσικούς που παίζουν μαζί του. Ανάμεσά τους μια Γιαπωνέζα κι ένας Ελβετός.
- Είναι λοιπόν η μουσική παγκόσμια γλώσσα;
«Μα βέβαια. Οι συγκεκριμένοι δούλεψαν μαζί μου στο εργαστήριο αυτοσχεδιασμού. Δημιουργήσαμε ένα συγκρότημα με υψηλό το συναίσθημα συμμετοχής. Η γεωγραφία αντί να μας χωρίζει μας ενώνει».
- Στην Ιταλία υπάρχει παράδοση τραγουδοποιών· πώς και δεν δεν αποφασίσατε να ασχοληθείτε;
«Λατρεύω την τραγουδιστική φόρμα, την πολύ παλιά όμως, του 1600 ή του 1500. Για ό,τι αφορά τον προηγούμενο αιώνα, μ' αρέσει περισσότερο το αγγλικό τραγούδι της δεκαετίας του '60, οι Τζένεσις».
Εχοντας στο ενεργητικό του περισσότερα από εξήντα άλμπουμ, εκ των οποίων στα δέκα παίζει σόλο πιάνο, έδωσε το 2005 το «Raccolto» («Συλλογή») μέσω της ECM. «Πρόκειται για διπλό άλμπουμ αφιερωμένο στη διττή μου ιδιότητα. Αυτοσχεδιάζω και στα δυο μουσικά ιδιώματα που αγαπώ, τόσο στο κλασικό όσο και σ' εκείνο που αφορά την τζαζ».
Το 2007 πάντα με την ECM κάνει το «Re Pasolini» αποσπάσματα του οποίου θα ερμηνεύσει με το σεξτέτο του στο «Θέατρο Μελίνα Μερκούρη».
Θα πει σχετικά: «Πάνω απ' όλα αγαπώ την ποίηση και τους ποιητές. Ομως στην Ιταλία τα τελευταία τριάντα χρόνια η ποίηση απλώς προσπαθεί να επιβιώσει κι έτσι γίνεται ιδιαίτερα αισθητή η απουσία του Παζολίνι, ενός διανοούμενου εντελώς αυτόνομου, τόσο ως προς την πολιτική όσο και ως προς την τέχνη του, ενός ανθρώπου που ό,τι κι αν έκανε παρέμενε ποιητής».
Κι ακόμα: «Στα τρία χρόνια που δούλευα το έργο έγραψα πάνω από τριάντα συνθέσεις. Ο Αϊχερ από την ECM μού έδωσε το προνόμιο να τις ηχογραφήσω όλες. Στη συνέχεια επιλέξαμε για να ολοκληρώσουμε το διπλό άλμπουμ. Εγραψα κομμάτια αφιερωμένα στις γυναίκες που αγάπησε ο Παζολίνι, την Ελσα Μοράντε, τη Μαρία Κάλλας, τη Λάουρα Μπέτι, που ήταν η βασική του πρωταγωνίστρια, και άλλα για τις ταινίες του το "Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο", το "Θεώρημα", το "Ακατόνε"».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου