Παρασκευή 18 Ιουλίου 2008

«Μιλάω στα όργανα όταν τα λιμάρω»

Αντώνης Στεφανάκης Κλεισμένος σε ένα μικρό δωμάτιο στο χωριό Ζαρός, 45 χιλιόμετρα από το Ηράκλειο Κρήτης, ο οργανοποιός κ. Αντώνης Στεφανάκης αγνοεί τις σειρήνες των περιπολικών που «χτενίζουν το νησί», τις συζητήσεις για χασισοφυτείες και αιματηρές συμπλοκές και σκαλίζει κρητικές λύρες, λαούτα και μαντολίνα.

Στο παλιό εργαστήριό του η πόρτα μένει πάντα κλειστή. Το μόνο που ακούγεται είναι ο ήχος από ένα παλιό σκεπάρνι. «Εδώ ισχύουν οι δικοί μου κανόνες. Ούτε τηλεόραση ούτε ειδήσεις. Ακόμα και το τσιγάρο απαγορεύεται. Η ψυχολογική κατάσταση του οργανοποιού είναι το μυστικό της επιτυχίας του. Χρειάζεται αφοσίωση. Να μη σε ενοχλεί κανείς. Μεράκι και υπομονή. Να μιλάς στο όργανο την ώρα που το λιμάρεις, να του τραγουδάς».
Ολα άρχισαν από ένα τυχαίο γεγονός την εποχή που δούλευε ως φορτηγατζής στη Γερμανία. «Βρέθηκε στα χέρια μου ένα κομμάτι ξύλο. Το χτύπησα λίγο, το είδα γερό και σκέφτηκα να φτιάξω μια κρητική λύρα επειδή δεν είχα στο σπίτι μου στο Μόναχο. Χρησιμοποίησα μόνο ένα σουγιά και ένα σκαρπελάκι. Σε δύο μέρες, με τη βοήθεια ενός μαραγκού, έφτιαξα την πρώτη μου λύρα. Δεν είχα γνώσεις βέβαια τότε και χρησιμοποίησα ξύλο αχλαδιάς και σφεντάμι. Ο ήχος έβγαινε με το ζόρι».

Υστερα από λίγες μέρες, δεύτερη απόπειρα. «Ο μαραγκός που με βοήθησε την πρώτη φορά μού έδωσε ξύλα από μια παλιά γκρεμισμένη σκάλα του σπιτιού του. Αυτό ήταν!» Τη σκυτάλη πήρε ο μουσικός Sigi Schwab που τον σύστησε σε έναν οργανοποιό. Ο κ. Στεφανάκης δοκιμάστηκε για τέσσερις εβδομάδες. «Μου πλήρωναν όλα τα έξοδα, φρόντισαν να πάρω άδεια από τη δουλειά και κάθε μέρα παρακολουθούσαν την εξέλιξή μου. Την τέταρτη εβδομάδα μού ανακοίνωσαν ότι είχα το χάρισμα».

Εμεινε στο Μόναχο για σπουδές. «Στη σχολή έμαθα να ξεχωρίζω το ξύλο. Τι ήχο βγάζει, πώς θα αποδώσει, πώς πρέπει να το σκαλίσεις. Χωρίς θεωρητικές γνώσεις δεν μπορείς να προχωρήσεις. Δυστυχώς όμως οι περισσότεροι νέοι δεν το καταλαβαίνουν αυτό. Ακόμα και ο γιος μου, επαγγελματίας λυράρης, εξαιρετικός τραγουδιστής και μουσικός, δεν πήρε το γονίδιο της κατασκευής».
Οταν επέστρεψε στο χωριό του, στα Καρδαμιανά, εξασφάλιζε μέσω γνωστών και φίλων ξύλα πρώτης ποιότητας. «Πάντα είχα επαφές με τη Γερμανία. Και τώρα την επισκέπτομαι τουλάχιστον μία φορά το χρόνο. Αλλη κουλτούρα εκεί, επαγγελματίες». Επί 35 χρόνια ήταν ο μοναδικός Ελληνας που πήγαινε σε έκθεση μουσικών οργάνων στη Φρανκφούρτη. «Πουλούσα 25-30 λύρες και μαντολίνα κάθε φορά. Και έβγαζα καλά χρήματα».

Η αναγνώριση ήρθε πολύ γρήγορα. Ανοιξε εργαστήριο στο Ζαρό, έγινε γνωστός στο νησί και μέσα σε λίγα χρόνια γύρισε όλη την Ελλάδα με το Λύκειο Ελληνίδων και το συγκρότημα της Δώρας Στράτου. «Και στο εξωτερικό ταξίδεψα. Δεν θα ξεχάσω ποτέ μια παράσταση στην Κορέα. Τα κορίτσια του συγκροτήματος χόρευαν κι εγώ έπαιζα μουσική με ένα θιαμπόλι». Ενα καλάμι, μήκους 10 εκατοστών, που μοιάζει με μικρή φλογέρα. «Στους Κορεάτες φαινόταν αδιανόητο ότι ένα τόσο μικρό κομμάτι ξύλου βγάζει τέτοιο ήχο. Εντυπωσιάστηκαν. Εφτιαξα γύρω στα 300 σε δύο μέρες και τους τα έστειλα».
Ο κ. Στεφανάκης βγάζει από την τσέπη του ένα θιαμπόλι και «σφυρίζει» έναν κρητικό σκοπό. Κλείνει τα μάτια και κρατάει το ρυθμό, χτυπώντας το δεξί πόδι στο πάτωμα. Δίπλα του, σε έναν παλιό πάγκο, το μικρό μπλε σημειωματάριο, στο οποίο κρατάει τα ονόματα των πελατών του από το εξωτερικό. «Τους στέλνω καμιά κάρτα τα Χριστούγεννα». Στους τοίχους του εργαστηρίου έπαινοι και αναμνηστικά από πολιτιστικούς συλλόγους της Κρήτης και του εξωτερικού και οι δύο πρώτες λύρες που έφτιαξε. Η δεύτερη «στολισμένη» με υπογραφές των μεγαλύτερων λυράρηδων της Κρήτης. Κάπου ανάμεσα στα παλιά εργαλεία του κι ένα ημερολόγιο με φωτογραφίες του, που «τράβηξε» ένας φωτογράφος στο Μόναχο, και μια φράση που φαίνεται να ταιριάζει «γάντι» στον κ. Στεφανάκη: «Καλλιτέχνης. Επάγγελμα σε ανεπάρκεια».

«Στο Ζαρό οι περισσότεροι έχουν Καλάσνικοφ»

Πριν από λίγα χρόνια, ο κ. Στεφανάκης έκλεισε το εργαστήριό του και έχτισε ενοικιαζόμενα διαμερίσματα στο Ζαρό. «Πέντε δωμάτια, πλήρως εξοπλισμένα. Με κουζίνα, κλιματισμό, κεντρική θέρμανση, αυλή, τα πάντα. Ξόδεψα σχεδόν όλες τις οικονομίες μου. Δανείστηκα κιόλας. Αλλά απέτυχα. Αν δεν αγαπάς αυτό που κάνεις, πέφτεις έξω. Κι εγώ δεν ήμουν γι’ αυτό το επάγγελμα».
Στα 70 του δουλεύει από το πρωί ως το βράδυ για να ξεπληρώσει γραμμάτια. «Δεν με πειράζει όμως. Τα τέσσερα χρόνια που άφησα τους πελάτες μου ήταν η χειρότερη περίοδος της ζωής μου. Σήμερα συνεργάζομαι με τρία τέσσερα μαγαζιά στο Ηράκλειο και άλλα τόσα στο Ρέθυμνο και στα Χανιά. Εχω βέβαια και σταθερούς πελάτες, που με γνωρίζουν χρόνια και κάνουν παραγγελίες. Οι περισσότεροι ζητούν λύρες, λαούτα και μαντολίνα. Το μαντολίνο είναι ιταλικό, αλλά οι Κρητικοί το αγαπούν επειδή είναι όργανο παρέας. Μπορεί να σταθεί μόνο του, χωρίς ορχήστρα. Βγάζω περίπου πέντε χιλιάδες ευρώ το μήνα».

Και τα διαμερίσματα; «Κλειστά είναι. Και θα τα είχα πουλήσει ήδη. Αλλά δεν βρήκα αγοραστή. Με τόσες φωνές και φασαρίες, δεν είναι εύκολο να σταθεί επιχείρηση στο Ζαρό. Εδώ οι περισσότεροι έχουν όπλα. Καλάσνικοφ».
Πριν από δύο μήνες, σε ένα γάμο στο χωριό οι καλεσμένοι πυροβολούσαν στον αέρα από τις 9 το βράδυ μέχρι τις 7 το πρωί. «Αδειασαν τρία τσουβάλια σφαίρες οι αθεόφοβοι. Πέρυσι θυμάμαι είχα έναν πελάτη από τη Γερμανία. Ετυχε να νοικιάσει ένα από τα διαμερίσματά μου μια μέρα πριν πάει φαντάρος ένα παιδί από το χωριό. Το βράδυ, στο γλέντι του αποχαιρετισμού οι σφαίρες έπεφταν “βροχή”. Ο Γερμανός τα ’χασε. Δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Ερχόταν κάθε δυο λεπτά και μου ζητούσε να τηλεφωνήσω στην αστυνομία. Είδα κι έπαθα να τον πείσω να μείνει. Και όταν έφυγε, μου ανακοίνωσε ότι δεν θα ξαναπατήσει στην Ελλάδα! Καμιά φορά, σε τέτοια περιστατικά, ευχαριστώ το Θεό που δεν έχω πελάτες στα ενοικιαζόμενα! Δυστυχώς, κάποιοι στο νησί δεν θα βάλουν ποτέ μυαλό».

«Δίνω ζωή σ’ ένα κομμάτι ξύλο»

«Ξεκινάς από ένα κομμάτι ξύλο και σιγά σιγά του δίνεις μορφή. Το χτυπάς με το σκεπάρνι, το λιμάρεις, το γυαλίζεις. Η ευχαρίστηση που παίρνεις στο τέλος δεν ανταλλάσσεται με τίποτα». Κάθε έγχορδο μουσικό όργανο απαιτεί διαφορετικό τύπο ξύλου και ιδιαίτερη τεχνική. Για τη λύρα, μουριά και λιβανέζικος κέδρος «επειδή έχει έντονη μυρωδιά και διώχνει το σαράκι». Σφεντάμι, παλίσανδρος και έλατο για το λαούτο, καρυδιά για το μπουζούκι. «Η επιτυχία κάθε οργάνου εξαρτάται κατά 30% από το ξύλο που χρησιμοποιείται και 70% από τον τεχνίτη και τις γνώσεις του. Οσο πιο παλιό το ξύλο τόσο το καλύτερο. Για τις πλάκες του λαούτου χρησιμοποιώ έβενο. Βαρύ ξύλο, που βυθίζεται σε βούρκο για 30 χρόνια για να μαυρίσει και να γίνει σκληρό. Και για τις κρητικές λύρες μεσοδόκια 200 ετών». Μια επαγγελματική λύρα στοιχίζει περίπου 1.000 ευρώ. Οι ερασιτεχνικές μόλις 300, με δοξάρι και βαλίτσα. «Χρειάζονται όμως πολύς κόπος και πολλά λάθη προκειμένου να φτάσεις στο επιθυμητό αποτέλεσμα». Κάποτε ένας πελάτης έφερε στο εργαστήριο του κ. Στεφανάκη ένα λαούτο για επιδιόρθωση. «Ηταν το πρώτο που έφτιαξα. Μόλις είδα πόσα λάθη είχα κάνει, ντράπηκα και δεν πήρα χρήματα. Υστερα από τόσα χρόνια βέβαια τα πράγματα έχουν αλλάξει. Οταν μου παραγγέλνουν ένα έγχορδο, ξέρω ακριβώς τι πρέπει να κάνω. Και όλη η δουλειά γίνεται στο χέρι, τα μηχανήματα τα έδωσα».

Του ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΚΟΝΤΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια: